Υπόδειγμα ενδικοφανούς προσφυγής κατά τού ΕΝ.Φ.Ι.Α. – Οδηγίες υποβολής

ΠΗΓΗhttp://diktiodelta.org

Σε συνέχεια τού άρθρου «Όλη η αλήθεια για τη φορολογία των ακινήτων – Έφθασε η ώρα των πολιτών και της Δικαιοσύνης (του Δημήτρη Κλούρα)» , δημοσιεύουμε υπόδειγμα ενδικοφανούς προσφυγής κατά τού εκκαθαριστικού τού ΕΝ.Φ.Ι.Α. με σχετικές οδηγίες για την υποβολή της (οι οδηγίες βρίσκονται στο τέλος του υποδείγματος), προκειμένου να συνδράμουμε όσους από τους συμπολίτες μας επιθυμούν να προσβάλουν το εκκαθαριστικό τού ΕΝ.Φ.Ι.Α. Διευκρινίζεται, ότι την ενδικοφανή προσφυγή μπορείτε να την ασκήσετε ασχέτως αν έχετε καταβάλει δόσεις-μέρος τού φόρου ή και ολόκληρο  το ποσό τού φόρου. Σκοπός της προσφυγής είναι η ακύρωση τού εκκαθαριστικού τού ΕΝ.Φ.Ι.Α., ώστε μετά να μπορούν να αναζητηθούν τα καταβληθέντα ποσά ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Εφιστούμε την προσοχή, διότι σε λίγες μέρες λήγει η προθεσμία.

Ενώπιον

της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών

της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων

του Υπουργείου Οικονομικών

 

Δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ..……. (αναγράφεται η φορολογική αρχή – Δ.Ο.Υ. στην οποία υποβάλλεται η ενδικοφανής προσφυγή)

 

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

κατ’ άρθρο 63 Ν. 4174/2013

 

Του ……………… (όνομα) …………………….. (επώνυμο) του ………………….. (πατρώνυμο)κατοίκου ………………………, οδός …………………., (διεύθυνση), με Α.Φ.Μ. …………………………, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ………………………. (e-mail) (αναγράφονται τα στοιχεία του προσφεύγοντος φυσικού προσώπου),

ή

Της εταιρίας με την επωνυμία ……., ΑΦΜ………, η οποία έχει έδρα…, οδός………, νομίμως εκπροσωπουμένης.

(αναγράφονται τα στοιχεία του προσφεύγοντος νομικού προσώπου)

ΚΑΤΑ

(αναγράφονται τα στοιχεία της πράξης κατά της οποίας ασκείται η ενδικοφανής προσφυγή)

1) Tης από …. Οκτωβρίου 2015 (ημερομηνία έκδοσης τής πράξης) Δήλωσης Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων – Πράξης   Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου Ν. 4223/2013 (εκκαθαριστικό ΕΝ.Φ.Ι.Α.) τής Δ.Ο.Υ…………………, έτους 2015 με στοιχεία ……………………. (γράφουμε αριθμό δήλωσης, αριθμό ειδοποίησης, αριθμό χρηματικού καταλόγου και ποσό καταβολής) και κάθε άλλης πράξης ή παράλειψης συναφούς προς την εν λόγω πράξη.

2) Τού Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται από τον   Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …………………. (αναγράφουμε τη Δ.Ο.Υ. που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη)

/———————————-/

 

(Αναφέρονται αναλυτικά: το ιστορικό της υπόθεσης, οι λόγοι της προσφυγής, οι ισχυρισμοί και τα έγγραφα στα οποία βασίζεται το αίτημα κλπ.)

 

Α.- Την …… Οκτωβρίου 2015 (η ημερομηνία πρώτης εκτύπωσης τού εκκαθαριστικού) έλαβα γνώση (ηλεκτρονικά) τού από …. Οκτωβρίου 2015, εκκαθαριστικού σημειώματος (Πράξης Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου τού Ν. 4223/2013) τής αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ……….. για τον ενιαίο φόρο ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α. – Ν. 4223/2013) με το οποίο μού καταλογίζεται συνολικός φόρος ύψους ευρώ ……….. [εκ τών οποίων κύριος φόρος ………ευρώ και συμπληρωματικός φόρος ……….. ευρώ].

Προσφεύγω ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και με την παρούσα μου ζητώ την επανεξέταση, προκειμένου να ακυρωθεί, η από …… Οκτωβρίου 2015 Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου Ν. 4223/2013 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), που εκδόθηκε επί της δήλωσης φόρου ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2015   που εξέδωσε η αρμόδια Δ.Ο.Υ. ………….(αριθμός δήλωσης……. αριθμός χρηματικού καταλόγου ………….. και αριθμός ειδοποίησης …………..), με την οποία μου καταλογίστηκε το ποσό των ……………… €, για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους και αληθινούς λόγους:

Β.- ΛΟΓΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

1)  ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΥ – ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

(Για όσους έχουν ακίνητα εντός αντικειμενικού προσδιορισμού)

α) Ο προσδιορισμός τής φορολογητέας αξίας τών εντός αντικειμενικού προσδιορισμού ακινήτων μου δεν είναι νόμιμος, λόγω τής μη αναπροσαρμογής τών αντικειμενικών αξιών ακινήτων:

Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 1249/1982 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 τού Ν. 4223/2013), οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων πρέπει να ελέγχονται και να αναπροσαρμόζονται ανά διετία, προκειμένου να προσεγγίζουν, κατά το δυνατόν, τις πραγματικές – εμπορικές αξίες («Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερον ανά διετία, με τις κατά την παρ. 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών»). Πλην όμως, η τελευταία αναπροσαρμογή έγινε το έτος 2007, με την αριθμ. 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του τότε Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Έκτοτε, έχουν παρέλθει οκτώ έτη χωρίς την παραμικρή αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των εντός σχεδίου ακινήτων της χώρας (με εξαίρεση αυτή, που αφορούσε αποκλειστικώς στις περιοχές της Δημοτικής Κοινότητας Ψυχικού), κατά ευθεία παράβαση του Ν. 1249/1982 και ενώ είχε ήδη προκύψει η μεγάλη οικονομική κρίση, που παρέσυρε τις τιμές των ακινήτων προς τα κάτω, με συνεχιζόμενη αυτήν την καθοδική πορεία σε συνθήκες ελεύθερης πτώσης.

Με αφορμή αυτήν την ευθεία παραβίαση του νόμου, που συνεπάγεται την υπέρμετρη φορολόγηση των πολιτών, δια της επιβολής φόρων στα ακίνητά τους (έμμεσων και άμεσων), δυσανάλογων προς την εκάστοτε διαμορφωθείσα πραγματική αξία τους, προσέφυγαν πολίτες στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το Μάρτιο τού 2014, με αίτησή τους, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζήτησαν την ακύρωση της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει απόφαση περί αναπροσαρμογής της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 1249/2982. Η υπόθεση, λόγω της σοβαρότητάς της, εισήχθη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και συζητήθηκε την 10η Οκτωβρίου 2014. 

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αριθμ. 4003/2014 απόφασή της, η οποία δημοσιεύθηκε την 14η Νοεμβρίου 2014, το μεν διαπίστωσε, ότι «η Διοίκηση έχει παραλείψειπαρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας», το δε ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, δίνοντας εξάμηνη προθεσμία στην κυβέρνηση από την κοινοποίηση της απόφασης, «προκειμένου να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια». Στο σημείο αυτό επισημαίνω, ότι το Δικαστήριο εξήντλησε όλη την επιείκειά του προς την κυβέρνηση, προκειμένου να μην δημιουργηθεί μείζον δημοσιονομικό πρόβλημα, παρέχοντας μάλιστα προθεσμία συμμόρφωσης έξι μηνών, που είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη προβλεπόμενη των τριών μηνών.

Σε κάθε περίπτωση, η Διοίκηση ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, τηρώντας και την απόφαση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας.

Πλην όμως, η προθεσμία, που είχε θέσει το Συμβούλιο τής Επικρατείας, για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών παρήλθε άπρακτη, ήτοι ουδέποτε αναπροσαρμόστηκαν οι αντικειμενικές αξίες.

Το γεγονός αυτό συνιστά παράνομη παράλειψη έκδοσης κανονιστικής πράξης εκ μέρους τής Διοίκησης και εξ αυτού τού λόγου ο φόρος (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), που υπολογίστηκε με βάση τις παλιές αντικειμενικές αξίες, καταλογίζεται – επιβάλλεται κατά παράβαση τού άρθρου 4 παρ. 5 τού Συντάγματος (συμμετοχή τού πολίτη στα δημόσια βάρη, ανάλογα με την φοροδοτική του ικανότητα)και τής αρχής τής χρηστής διοίκησης, δεδομένου τού αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι οι αξίες τών ακινήτων έχουν μειωθεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό σε ολόκληρη τη χώρα, λόγω τής οικονομικής κρίσης.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η Διοίκηση σκοπίμως, για αμιγώς εισπρακτικούς λόγους, που δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, κατά παράβαση τού νόμου, τού Συντάγματος, τής αρχής τής χρηστής διοίκησης αλλά και κατά παράβαση ουσιώδους τύπου (υποχρέωση ανά διετία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών με υπουργική απόφαση), υπολόγισε τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. βάσει αντικειμενικών αξιών έτους 2007 (τελευταίο έτος αναπροσαρμογής τους). Ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμος ο καταλογισθείς σε βάρος μου φόρος (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) αφού ο υπολογισμός του στηρίζεται σε μη νόμιμες αξίες, οι οποίες είναι πολλαπλάσιες των σημερινών πραγματικών αξιών τών ακινήτων και με τον τρόπο αυτό η Διοίκηση βλάπτει τα έννομα συμφέροντά μου ως φορολογούμενου πολίτη.

Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη, με την παρούσα, Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου (εκκαθαριστικό σημείωμα ΕΝ.Φ.Ι.Α.), καθώς και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη είναι μη νόμιμη και άκυρη ως προς τη βάση υπολογισμού του φόρου και πρέπει να ακυρωθεί.

(Για όσους έχουν ακίνητα εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού)

β) Ο προσδιορισμός τής φορολογητέας αξίας τών εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού ακινήτων μου δεν είναι νόμιμος, λόγω παραβίασης τών συνταγματικών αρχών τής αναλογικής ισότητας συνεισφοράς στα δημόσια βάρη, τής δίκαιης φορολόγησης και τής προστασίας τής ιδιοκτησίας (παράβαση άρθρων 4, 78 & 17 του Συντάγματος):

Σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ Α εδ. 2α και 4 παρ. Β1 του Ν. 4223/2013, όπως συμπληρώθηκαν με το άρθρο 52 παρ. 10 Ν. 4276/2014, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού ακινήτων, λαμβάνονται υπ’ όψη οι κατώτερες τιμές στη Δημοτική Ενότητα ή στο Δήμο, ή στην Περιφερειακή Ενότητα ή στην Περιφέρεια, όπου βρίσκεται το ακίνητο, κατά τα ειδικότερα στον νόμο αναφερόμενα.

Πλην όμως, η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να εξομοιώνεται η αξία των φορολογητέων ακινήτωνεκτός αντικειμενικού προσδιορισμού, με εκείνα που έχει θέσει – εισαγάγει στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού και τα οποία αναγνωρίζει ότι προφανώς υπερτερούν σε αξία. Γι’ αυτό άλλωστε ο νομοθέτης τα εισήγαγε στο σύστημα αυτό. Αντιθέτως, ο νομοθέτης έθεσε ακίνητα εκτόςπροσδιορισμού αντικειμενικών αξιών, διότι αναγνωρίζει, ότι πρόκειται για ακίνητα με πολύ μικρή αξία και επομένως ασήμαντα φορολογικά.

Επιπλέον, τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο τέλος τής παραγράφου 4 τού άρθρου 5 τού Ν. 4223/2013, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1β τού Ν. 4286/2014, ορίζεται ότι για τον προσδιορισμό τής φορολογητέας αξίας ακινήτου εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού, η αξία του οικοπέδου ανά τετραγωνικό μέτρο, δεν μπορεί να είναι ανώτερη τής τιμής, η οποία ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του φόρου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων έτους 2013.

Ως εκ τούτου ορίζεται γενικά μόνο ένα ανώτατο όριο – ποσό φόρου με βάση στοιχεία, άλλης – προηγούμενης χρήσεως, ήτοι η αξία τού εν λόγω ακινήτου δεν προσδιορίζεται με βάση στοιχεία τού έτους που αφορά ο επιβληθείς φόρος, αλλά ούτε και με βάση στοιχεία που να αφορούν το συγκεκριμένο φορολογηθέν ακίνητο, στο οποίο αφορά ο συγκεκριμένος φόρος. Όπως, λοιπόν, προκύπτει, τα στοιχεία υπολογισμού τού φόρου δεν καθορίζονται πλήρως, σύμφωνα με το ίδιο το αντικείμενο φορολογίας.

Κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μου επιβλήθηκε φόρος …….. ευρώ για τα ακίνητά μου …………………. που βρίσκονται ……………………….

Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερθέντα, ο εν λόγω φόρος μού καταλογίσθηκε κατά παράβαση των άρθρων 4,   78 & 17 του Συντάγματος, αλλά και κατά παράβαση τής ΕΣΔΑ (Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο), δεδομένου ότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις (βάσει των οποίων μού επιβλήθηκε ο συγκεκριμένος φόρος) παραβιάζονται οι αρχές της αναλογικής ισότητας συνεισφοράς στα δημόσια βάρη, της δίκαιης φορολόγησης με βάση το ίδιο το αντικείμενο της φορολογίας και τής προστασίας τής ιδιοκτησίας, λόγω τής υπέρμετρης επιβάρυνσης αυτής.

(για όσους υπόκεινται σε συμπληρωματικό φόρο)

γ) Αντισυνταγματικότητα τού συμπληρωματικού φόρου λόγω παραβίασης τής αρχής απαγόρευσης διπλής φορολόγησης:

Σύμφωνα με την αρχή τής απαγορεύσεως τής διπλής φορολογίας (άρθρα 4 παρ. 5 & 78 παρ. 1 τού Συντάγματος), απαγορεύεται η φορολόγηση τής ίδιας φορολογητέας ύλης σε βάρος τού ιδίου προσώπου για την ίδια αιτία, δεδομένου ότι η διπλή φορολόγηση τής ίδιας φορολογητέας ύλης με την ίδια νομική βάση, συνεπάγεται ανισότητα τών φορολογουμένων στη συμμετοχή στα δημόσια βάρη, κατά παράβαση τής αρχής τής φορολογικής ισότητας που καθιερώνεται από τη διάταξη τού άρθρου 4 παρ. 5 τού Συντάγματος.

Συγκεκριμένα η φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας μου ανέρχεται σε ………….. ευρώ και μου καταλογίσθηκε συμπληρωματικός φόρος ύψους …..…….. ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 5 Ν. 4223/13. Υφίσταμαι διπλή φορολόγηση, δεδομένου ότι καταβάλλω φόρο για τα ίδια ακίνητά μου, μία φορά επί της φορολογητέας αξίας καθενός από αυτά και μία φορά επί της συνολικής αξίας τους! Με τον τρόπο αυτό  παραβιάζονται τόσο η αρχή της φορολογικής ισότητας, όσο και η αρχή τής προστασίας τής ιδιοκτησίας.

Ως εκ τούτου η επιβολή συμπληρωματικού φόρου με την προσβαλλόμενη πράξη, είναι αντισυνταγματική και παράνομη και για το λόγο αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί.

(για όσους έχουν ακίνητη περιουσία που δεν αποδίδει έσοδα – κέρδη)

δ) Αντισυνταγματική η φορολόγηση τής απρόσοδης ακίνητης περιουσίας:

Με την φορολόγηση τής απρόσοδης ακίνητης περιουσίας παραβιάζονται οι συνταγματικές εγγυήσεις προστασίας τής ιδιοκτησίας

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Ν. 4223/2013, προβλέπεται ότι αντικείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. συνιστά και η απρόσοδη ακίνητη περιουσία, δηλαδή ακόμα και ακίνητα, που κατά αμάχητο τεκμήριο είναι απρόσοδα (π.χ. υπό ανέγερση, μη ηλεκτροδοτούμενα, υπό καθεστώς αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ερειπωμένα, κλπ.). Ήτοι ο νομοθέτης παρέλειψε να ρυθμίσει ειδικά, με την πρόβλεψη μηδενικού συντελεστή και, κατ’ ακολουθία, εξαίρεσης από τον φόρο, την περίπτωση εκείνη κατά την οποία οι περιστάσεις έχουν ουσιαστικά καταστήσει αδύνατη για τον ιδιοκτήτη του τη χρήση και την εκμετάλλευση τού ακινήτου, σύμφωνα με τον προορισμό του.

Η υπαγωγή όμως ενός τέτοιου ακινήτου σε φόρο ακίνητης περιουσίας, αφενός μεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και αφ’ ετέρου είναι αντίθετη με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος βάσει τών οποίων η κατοχή ιδιοκτησίας από μόνη της, χωρίς τη συνδρομή οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου σε σχέση με το υποκείμενο τής φορολογίας, δεν αποτελεί ένδειξη, αντίστοιχης με την αξία τού ακινήτου, φοροδοτικής ικανότητας. Τέτοια ρύθμιση (πρόβλεψη μηδενικού συντελεστή για τα απρόσοδα ακίνητα), δεν περιέχεται στο νόμο, κατά παράβαση τού Συντάγματος και τής ΕΣΔΑ.

Η διάταξη που προστέθηκε στο τέλος τού άρθρου 3 τού Ν. 4223/2013 (παρ. 5) με το 18ο άρθρο τού Ν. 4286/2014, κατά την οποία ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. μειώνεται κατά 20% για κενά και μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα καθ’ όλο το προηγούμενο έτος, δεν είναι αρκετή για να θεραπεύσει την έλλειψη νομιμότητας τών προαναφερθέντων (θα έπρεπε να έχει ευρύτερη εφαρμογή και σε κάθε περίπτωση να συνδέεται με την φοροδοτική ικανότητα τού ιδιοκτήτη).

Συνεπώς, παράνομα μού καταλογίσθηκε φόρος (κύριος και συμπληρωματικός) συνολικού ύψους …………………….. ευρώ, αφού κάποια απ’ τα ακίνητά μου ………………..……………………………………………   παραμένουν ανεκμετάλλευτα συνεπεία τής σοβαρής οικονομικής κρίσης (ή π.χ. είναι ερειπωμένα, ή μη ηλεκτροδοτούμενα, ή ακατοίκητα λόγω εκτεταμένων βλαβών, ή επίδικα, ή ημιτελή, κλπ.).

(για αυτούς που έχουν μόνο την ψιλή κυριότητα ακινήτου)

ε) Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης λόγω μεγαλύτερης φορολόγησης τού ψιλού κυρίου ακινήτου από τού επικαρπωτή αυτού:

Με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 4223/2013 οι συντελεστές καταβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α. για όσους έχουν δικαίωμα επικαρπίας ή οίκησης σε ακίνητο είναι μικρότεροι των συντελεστών που προσδιορίζουν τον φόρο ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τους ψιλούς κυρίους του ίδιου φορολογητέου ακινήτου. Επίσης όσο αυξάνεται η ηλικία του επικαρπωτή ακινήτου ή του δικαιούχου οίκησης, τόσο μειώνεται η συμμετοχή του στο ποσό του καταβλητέου ΕΝ.Φ.Ι.Α.

Η ρύθμιση αυτή είναι αντίθετη με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4 και της παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος, γιατί μειώνει το ποσό του φόρου στα πρόσωπα που αποδεδειγμένα καρπώνονται το ακίνητο και επομένως έχουν τη δυνατότητα εκμετάλλευσής του, ενώ αυξάνουν το ποσό του φόρου στα πρόσωπα που έχουν απλά δικαίωμα ψιλής κυριότητας και επομένως δεν έχουν οποιαδήποτε δυνατότητα εκμετάλλευσης του ακινήτου.

Συγκεκριμένα, εγώ που είμαι ψιλός κύριος του ακινήτου μου στ.. …………………………… υποχρεούμαι σε καταβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α. ποσού ………. ευρώ, ενώ ο πατέρας ή η μητέρα μου (ή άλλο πρόσωπο όποιο είναι ο επικαρπωτής), που κατοικεί (ή μισθώνει, ή χρησιμοποιεί ως επαγγελματική στέγη ή ως αποθήκη, ή ότι άλλο) το ακίνητο αυτό, υποχρεούται σε καταβολή φόρου ΕΝ.Φ.Ι.Α. ποσού ……… ευρώ.

Κατά συνέπεια, με την προσβαλλόμενη πράξη μού καταλογίζεται, κατά παράβαση τού Συντάγματος, φόρος μεγαλύτερος εκείνου του επικαρπωτή και επομένως για το λόγο αυτό θα πρέπει αυτή να ακυρωθεί.

(για όλους)

στ)   Αντισυνταγματικότητα – Παραβίαση Ελληνικού & Ευρωπαϊκού και Δικαίου:

Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι ένας άκρως αντισυνταγματικός, παράνομος και δημευτικός φόρος. Άλλωστε και ο ίδιος ο σημερινός Πρόεδρος τής Δημοκρατίας και έγκριτος νομικός κ. Προκόπης Παυλόπουλος, το έχει επανειλημμένα επισημάνει με δηλώσεις του στα Μ.Μ.Ε. Πέραν όλων τών ανωτέρω, τα οποία αποτελούν κατάφωρη παραβίαση τής νομιμότητας και ιδιαίτερα τού Συντάγματος, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί και για τους εξής επιπλέον λόγους:

i) Από το 2012 η Ολομέλεια του Συμβουλίου τής Επικρατείας είχε αποφανθεί με την αριθμ. 1972/2012 απόφασή της επί αίτησης ακυρώσεως, που αφορούσε στο Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών) και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε στον ΕΝ.Φ.Ι.Α., ότι το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν ήταν τέλος, αλλά φόρος  προσωρινού χαρακτήρα (διετής). Απεφάνθη, δηλαδή, το Συμβούλιο Επικρατείας, ότι το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., που μετεξελίχθηκε σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., είναι φόρος, που δύναται να έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα, λόγω των έκτακτων οικονομικών συνθηκών, προκειμένου να μην καταστεί δημευτικός. Σημειωτέον, ότι, τόσο το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., όσο και στη συνέχεια ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., που διαδέχθηκε το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., έχουν, ως βάση υπολογισμού, τις αντικειμενικές αξίες του 2007. Ο Άρειος Πάγος δε, είχε προχωρήσει παραπέρα και είχε κρίνει αντισυνταγματικό το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., με αποτέλεσμα να αντικατασταθεί προσωρινά από το Ε.Ε.Τ.Α. (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων).

Η Διοίκηση λοιπόν, σε μια προσπάθεια να παρακάμψει τις απαγορεύσεις που προέκυπταν από τις προαναφερθείσες αποφάσεις τών ανωτάτων δικαστηρίων τής χώρας, υποκατέστησε το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. με τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. (Ν. 4223/2013). Πρόκειται για μία προσπάθεια καταστρατήγησης τών δικαστικών αποφάσεων και τού δικαίου, αφού το μόνο που ουσιαστικά άλλαξε ήταν η ονομασία τού εν λόγω φόρου. Είναι δε πλέον σαφές, ότι ο συγκεκριμένος φόρος δεν τίθεται για την εξυπηρέτηση τού δημοσίου συμφέροντος, αλλά για την εξυπηρέτηση τών δανειστών, και επιβλήθηκε κατ’ απαίτηση αυτών. Προσφάτως μάλιστα υπουργός τής παρούσας Κυβέρνησης (Π. Κουρουμπλής) παραδέχθηκε δημοσίως, ότι η χώρα είναι σε καθεστώς οικονομικής κατοχής (άρση εθνικής κυριαρχίας). Προκύπτει, λοιπόν, ότι η εξυπηρέτηση τών δανειστών τής χώρας γίνεται με τη συνεχή διόγκωση ή επιβολή νέων φόρων, όπως ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. χωρίς την παραμικρή ανταποδοτικότητα ή το παραμικρό όφελος για τον έλληνα πολίτη.

ii) Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 & 5, 78 παρ. 1, 21 παρ. 1 – 4, 17 παρ. 1 & 2 τού Συντάγματος καθώς και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο τής ΕΣΔΑ (άρθρα 1 & 6 παρ. 1).

Από το συνδυασμό τών παραπάνω άρθρων προκύπτει ότι η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνο εάν υφίσταται φοροδοτική ικανότητα και εξαρτάται και από το βαθμό στον οποίο αυτή υφίσταται. Επιπλέον προστατεύεται το δικαίωμα στη στέγαση, ιδιαίτερα για την οικογένεια, αλλά και για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.

Η φοροδοτική ικανότητα του πολίτη συνίσταται στη δυνατότητά του να καταβάλει τον φόρο, χωρίς να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβιώσεως του (άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, αναγόμενα στο εισόδημα ή στην περιουσία, αλλά και στις υποκειμενικές περιστάσεις (προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, υγεία και ηλικία του φορολογουμένου).

Η αρχή της φοροδοτικής ικανότητας (άρθρο 4 παρ. 5 τού Συντάγματος), που διέπεται από το υποκειμενικό σύστημα, επιβάλλει να προσαρμόζεται το φορολογικό βάρος στην πραγματικήοικονομική δυνατότητα του φορολογούμενου (όχι στην τεκμαρτή).

Η δυνατότητα του κάθε φορολογουμένου προσδιορίζεται από τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες συνάπτονται προς τις αναγκαίες και αναπόφευκτες δαπάνες, που διασφαλίζουν το ελάχιστο όριο συντήρησης, ανάλογα με την εκάστοτε υφιστάμενη οικονομική και κοινωνική συγκυρία.

Η ποσοτική διάκριση – διαφοροποίηση συντελείται με την εφαρμογή της προοδευτικής φορολογίας με χαμηλό φορολογικό συντελεστή για τα μικρά εισοδήματα και συνεχώς αυξανόμενο συντελεστή για τα μεγαλύτερα εισοδήματα μέχρις ενός ορισμένου ορίου, ώστε να μην πρόκειται για δήμευση.

Η ποιοτική διάκριση – διαφοροποίηση συντελείται με την έκπτωση από το αναφερθέν εισόδημα των δαπανών που διασφαλίζουν το ελάχιστο όριο συντήρησης του φορολογούμενου.

Όμως, τέτοιες προβλέψεις ρυθμίσεις απουσιάζουν από τον Ν. 4223/2013, αφού ο φόρος αυτός επιβάλλεται μόνο σε σχέση με τις αντικειμενικές αξίες κάθε ιδιοκτησίας, παραβλέποντας εντελώς τη θέσπιση οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου σε σχέση με την φοροδοτική ικανότητα και την υποκειμενική κατάσταση του φορολογούμενου (οριζόντια διάταξη).

Αυτό καθιστά τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. μέσο ευθείας δήμευσης τής ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας. Η εν λόγω δήμευση πραγματοποιείται με πράξεις, όπως η προσβαλλόμενη, που εκδίδεται σε βάρος πολιτών, που χειμάζονται από την οικονομική κρίση, και οι οποίοι, προκειμένου να ανταποκριθούν στα δυσβάσταχτα φορολογικά βάρη, αναγκάζονται να εκποιήσουν την ακίνητη περιουσία τους,χάνοντας πολλές φορές το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στη στέγαση, όταν πρόκειται για το ένα και μοναδικό ακίνητό τους, την κατοικία τους. Η δήμευση δε αυτή, γίνεται χωρίς την παραμικρή αποζημίωση για την στέρηση τής ιδιοκτησίας, κατά παράβαση τών όσων υπαγορεύουν η ελληνική και η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη πράξη είναι άκυρη γιατί περιλαμβάνει φόρο που θέτει σε κίνδυνο – παραβιάζει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα.

 

(για όλους)

ζ) Διατήρηση και επιβολή τού ΕΝ.Φ.Ι.Α. κατά παράβαση τού δεσμευτικού αποτελέσματος τού δημοψηφίσματος τής 5ης Ιουλίου 2015:

Τον Αύγουστο τού 2015 ψηφίστηκε στη Βουλή το τρίτο μνημόνιο, ήτοι ο Ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 94/14-08-2015), ο οποίος περιέχει ενσωματωμένο το τρίτο μνημόνιο, όπου ρητώς αναφέρονται τα ακόλουθα, τόσο για τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., όσο και για τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων (βλ. σελ. 1015 και 1017 του Φ.Ε.Κ., παρ. 2.1 και 2.2ν, αντιστοίχως, της Παραγράφου Γ΄ της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων): «Οι αρχές θα λάβουν μέτρα για την έναρξη της διαδικασίας είσπραξης του ΕΝΦΙΑ για το 2015, ώστε να εκδοθούν εκκαθαριστικά σημειώματα τον Οκτώβριο του 2015, με την τελευταία δόση να καταβάλλεται τον Φεβρουάριο του 2016» και «Έως τον Σεπτέμβριο του 2016, οι αρχές θα εναρμονίσουν όλες τις αντικειμενικές αξίες ακινήτων με τις τιμές της αγοράς, με ισχύ από τον Ιανουάριο του 2017. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, θα διασταυρώσουν το σύνολο των ιδιοκτησιακών συμφερόντων με τα στοιχεία για το σύνολο των ατομικών ιδιοκτησιών στο κτηματολόγιο (βασικό παραδοτέο)».

Όπως, λοιπόν, προκύπτει, η Διοίκηση (Κυβέρνηση) παραβίασε ενσυνείδητα τόσο το νόμο όσο και τη δικαστική απόφαση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, επιλέγοντας τη μετάθεση της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας για τα τέλη του επόμενου έτους, αλλά με εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2017όταν θα έχει πλέον συμπληρωθεί μία δεκαετία από την τελευταία αναπροσαρμογή του 2007! Παραβίασε, επίσης, και την παλαιότερη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου σε σχέση με τον δήθεν έκτακτο και προσωρινό φόρο επί των ακινήτων, τον οποίο διατηρεί και επεκτείνει για τα επόμενα τρία έτη (χρόνος συμβατικής διάρκειας του νέου μνημονίου), είτε ως ΕΝ.ΦΙ.Α., είτε με άλλη ονομασία. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση (Κυβέρνηση) δεσμεύθηκε έναντι των δανειστών, τόσο για τη διατήρηση του ΕΝ.Φ.Ι.Α. επί τρία, τουλάχιστον, έτη, όσο και για τη διατήρηση των ισχυουσών αντικειμενικών αξιών για δύο ακόμη έτη, όπερ σημαίνει, ότι ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. και όλοι οι έμμεσοι και άμεσοι φόροι επί των ακινήτων, υπολογίζονται με βάση τις ισχύουσες αντικειμενικές αξίες, με νέα υπέρμετρη και παράνομη – αντισυνταγματική επιβάρυνση των ιδιοκτητών ακινήτων. Η δημευτική πολιτική  των προηγούμενων ετών διατηρείται και εντείνεται και σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται, ότι όλα όσα προβλέπονται           στο τρίτο μνημόνιο (ήτοι στο Ν. 4336/2015), συμπεριλαμβανομένων όσων προβλέπονται για τον ΕΝ.ΦΙ.Α. και τις αντικειμενικές αξίες, είναι άκυρα και αντισυνταγματικά για τον πρόσθετο και βασικότατο λόγο, ότι παραβιάζουν το δεσμευτικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Ειδικότερα, το τρίτο μνημόνιο (ήτοι ο Ν. 4336/2015) είναι άκυρο και αντισυνταγματικό για τους ακόλουθους λόγους:

«Οι συνταγματικές και νομοθετικές προβλέψεις για το δημοψήφισμα

Το δημοψήφισμα προκηρύχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδάφιο α΄ του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου».

Ο νόμος, ο οποίος εξειδικεύει τη διαδικασία διενέργειας ενός δημοψηφίσματος, είναι ο 4023/2011.Στο δε άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4023/2011 ρητώς προβλέπονται τα ακόλουθα: «Το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το σαράντα τοις εκατό (40%) όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους».

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 διενεργήθηκε, όπως ρητώς προβλέπει και το σχετικό προεδρικό διάταγμα (αριθμ. 38 – ΦΕΚ Α 63/28-6-2015), για εθνικούς λόγους. Στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα αναφέρεται και το ερώτημα του δημοψηφίσματος: «Προκηρύσσουμε δημοψήφισμα για την 5η Ιουλίου 2015, ημέρα Κυριακή, προκειμένου ο Ελληνικός Λαός να αποφανθεί δια της άμεσης και ελεύθερης έκφρασης της βούλησής του επί του ακόλουθου ερωτήματος: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015 και αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους;». Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σε σχέση με τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. στο σχέδιο που τέθηκε στην κρίση τού ελληνικού λαού (και τελικά απορρίφθηκε) αφενός δεν γινόταν ρητή αναφορά σε αυτόν, αφετέρου δεν έθετε χρονικό περιορισμό στο χρόνο αναπροσαρμογής τών αντικειμενικών αξιών τών ακινήτων, σε αντίθεση με το ψηφισθέν τρίτο μνημόνιο (Ν. 4336/2015) που ρητά διατηρεί και επιβάλλει ξανά τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. και μάλιστα καθορίζει και τον χρόνο καταβολής  τών δόσεων για το τρέχον έτος, καθώς και τον χρόνο αναπροσαρμογής τών αντικειμενικών αξιών!

Το 61,31% των ψηφισάντων, ήτοι η συντριπτική πλειοψηφία, επέλεξε το «ΟΧΙ» έναντι του 38,69%των ψηφισάντων, που επέλεξε το «ΝΑΙ» στην προτεινόμενη συμφωνία. Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ξεπέρασε το 40% του εκλογικού σώματος, ήτοι έφθασε στο 62,50%. Ως εκ τούτου, εξασφαλίστηκε η απόλυτη δεσμευτικότητα του αποτελέσματός του. Αυτή η δεσμευτικότητα συνεπαγόταν την υποχρέωση της κυβερνήσεως, αλλά και όλων των υπολοίπων κομμάτων, να το σεβαστούν.Ειδικότερα, η κυβέρνηση όφειλε να φέρει στη Βουλή συμφωνία, η οποία θα ήταν επιεικέστερη αυτής, που έθεσε στην κρίση του ελληνικού λαού. Οποιαδήποτε αντίστοιχη συμφωνία ή οποιαδήποτε συμφωνία με δυσμενέστερο περιεχόμενο θα έπρεπε να αποκλεισθεί. Το ορθό δε θα ήταν η οποία νέα συμφωνία να τεθεί εκ νέου στην κρίση του ελληνικού λαού, πριν εισαχθεί προς ψήφιση στη Βουλή.

Σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος και με τη λαϊκή βούληση, η προηγούμενη κυβέρνηση και πολλά εκ των πολιτικών κομμάτων ψήφισαν στη Βουλή μία συμφωνία, η οποία, σύμφωνα και με την ομολογία των ιδίων, είναι χειρότερη αυτής, που απέρριψε  η πλειοψηφία του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα. Μία απλή σύγκριση των κειμένων αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται μία ευθεία παραβίαση του Συντάγματος και τής λαϊκής βούλησης, που συνεπάγεται και έμμεση κατάλυση του πολιτεύματος, αλλά και αυτής καθ’αυτής της εθνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος: «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα»). Με την ψηφισθείσα συμφωνία – μνημόνιο αρκεί για να διαπιστώσει κανείς το γεγονός, ότι ευθέως παραχωρούνται, χωρίς την παραμικρή συνταγματική και λαϊκή νομιμοποίηση, όλες σχεδόν οι βασικές λειτουργίες του κράτους στους δανειστές του.

Αυτή, ωστόσο, η ευθεία – κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος, συνεπάγεται την ακυρότητα όλων όσων ψηφίσθηκαν και θα ψηφισθούν στη Βουλή μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, κατ’εφαρμογή της νέας συμφωνίας της χώρας με τους δανειστές (3ο μνημόνιο). Οι δε Δημόσιοι Υπάλληλοι, αλλά και τα Δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν τους συγκεκριμένους νόμους, ως απολύτως αντισυνταγματικούς (άρθρα 103 παρ. 1 & 93 παρ. 4 τού Συντάγματος).

Συνεπώς ο καταλογισθείς σε βάρος μου ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι μη νόμιμος διότι μού επιβλήθηκε κατά παράβαση τού δεσμευτικού αποτελέσματος τού δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015 και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί και για το λόγο αυτό.

 

(για όσους έχουν έλλειψη φοροδοτικής ικανότητας)

2) ΕΛΛΕΙΨΗ ΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

Όπως αναφέρω και παραπάνω (παράγραφος υπό στοιχεία Β1στ,ii), η φοροδοτική ικανότητα αποτελεί ιδιότητα τού φορολογούμενου πολίτη και συνίσταται στη δυνατότητά του να καταβάλει το φόροχωρίς όμως να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβιώσεώς του, όπως υποχρεούται να τού εξασφαλίζει η Πολιτεία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 τού Συντάγματος. Ως εκ τούτου η φοροδοτική ικανότητα κρίνεται με βάση την παραγωγή από μέρους του φορολογούμενου επαρκούςεισοδήματος, ώστε με αυτό να ικανοποιεί τις φορολογικές υποχρεώσεις του, αλλά και να τού απομένει ένα εισόδημα επαρκές για την αξιοπρεπή διαβίωσή του. Η φορολόγηση επομένως που πραγματοποιείται με αντικείμενο την περιουσία (άρθρο 78 παρ. 1 τού Συντάγματος), πρέπει να ανταποκρίνεται στη φοροδοτική ικανότητα τών πολιτών, όπως υπαγορεύουν οι διατάξεις τού άρθρου 4 παρ. 1 & 5   τού Συντάγματος. Η αρχή τής φοροδοτικής ικανότητας (άρθρο 4 παρ. 5 τού Συντάγματος), η οποία διέπεται από το υποκειμενικό σύστημα, επιβάλλει να προσαρμόζεται το φορολογικό βάρος (οι επιβαλλόμενοι φόροι) στην πραγματική οικονομική δυνατότητα τού φορολογούμενου. Ο φόρος, ως χρηματική παροχή, καταβάλλεται διά τών χρηματικών διαθεσίμων τού φορολογουμένου, ήτοι απαιτεί την αντίστοιχη ύπαρξη ρευστότητας εκ μέρους του. Επομένως, η φοροδοτική ικανότητα νοείται ως η οικονομική δυνατότητα καλύψεως τού ποσού, το οποίο συνιστά τη φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα να συνδέεται αναγκαία με τη χρηματική επάρκεια τού φορολογούμενου. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο αξιολογείται με εισοδηματικά κριτήρια. Ήτοι κρίνεται με βάση την παραγωγή εκ μέρους τού φορολογουμένου εισοδημάτων, που να επαρκούν, ώστε να ικανοποιεί και τις φορολογικές του υποχρεώσεις και, παράλληλα να τού απομένει κι ένα εισόδημα επαρκές για την αξιοπρεπή διαβίωσή του. Μόνη η διατήρηση ακίνητης περιουσίας, όποια και αν είναι η αξία της, δεν αρκεί για να τεκμηριώσει φοροδοτική ικανότητα, εφ’ όσον δεν διαπιστώνεται ανάλογη οικονομική δυνατότητα, ήτοι τέτοια παραγωγή εισοδήματος για τον φορολογούμενο, η οποία να επαρκεί για την κάλυψη των φορολογικών επιβαρύνσεων, που αποδίδονται στην ακίνητη αυτή περιουσία. Περιουσία οποιουδήποτε ύψους, η οποία δεν παράγει εισόδημα, δεν επιτρέπει την εξασφάλιση του μέσου, διά του οποίου θα καταβληθεί ο επιβαλλόμενος λόγω αυτής φόρος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναλυτικά εκθέτω παρακάτω, οι δαπάνες διαβίωσής μουυπερβαίνουν το πενιχρό εισόδημά μου (ή δεν διαθέτω οποιοδήποτε εισόδημα λόγω ανεργίας, ή προβλήματος υγείας, ή δεν επαρκεί για την αξιοπρεπή διαβίωσή μου, ή άλλη αιτιολογία), μη εξασφαλίζοντάς μου αξιοπρεπή διαβίωση, με αποτέλεσμα η υποχρέωσή μου για την καταβολή τού ΕΝ.Φ.Ι.Α. να συνιστά κατ’ ουσία απαλλοτρίωση τής ακίνητης περιουσίας μου άνευ αποζημιώσεως! Αυτό συμβαίνει διότι, προκειμένου να εκπληρώσω την φορολογική μου υποχρέωση, καλούμαι ουσιαστικά να εκποιήσω την ακίνητή μου περιουσία και να απολέσω με τον τρόπο αυτό και το δικαίωμά μου στη στέγαση.

Συγκεκριμένα:

Η περιουσιακή μου κατάσταση συνίσταται στα εξής:

(αναλυτική αναγραφή όλων τών περιουσιακών στοιχείων κάθε μορφής, π.χ. ακίνητα, αυτοκίνητα, μετρητά σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κλπ.)

…………………………………………………………………………………………………………. …………………………………………………………………………………………………………. …………………………………………………………………………………………………………. ………………………………………………………………………………………………………….

Το ποσό των εισοδημάτων μου, όπως αυτό δηλώθηκε στην φορολογική  μου δήλωση για το φορολογικό έτος 2014, ανέρχεται σε ……………………………ευρώ .

Στο πρόσωπό μου ή στο πρόσωπο της οικογένειάς μου συντρέχουν ειδικοί λόγοι όπως ειδικότερα αναφέρεται:

(αναγράφεται αν ο φορολογούμενος είναι άνεργος ή πολύτεκνος ή με ειδικό πρόβλημα υγείας και θα αναφέρονται τα έγγραφα που το αποδεικνύουν, π.χ. ιατρικές γνωματεύσεις, βεβαίωση συλλόγου πολυτέκνων, βεβαίωση από ΟΑΕΔ, κλπ.)

………………………………………………………………………………………………………… ………………………………………………………………………………………………………… ………………………………………………………………………………………………………… …………………………………………………………………………………………………………

Το ετήσιο εισόδημά μου έχει ήδη δαπανηθεί ως εξής:

(Θα πρέπει να αποδεικνύονται οι δαπάνες τού προηγούμενου έτους με έγγραφα – παραστατικά π.χ. από ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, νοσοκομεία – γιατρούς, έγγραφα τράπεζας για στεγαστικό δάνειο ή το μισθωτήριο, κλπ. – ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση τού φορολογούμενου, ήτοι άγαμος, έγγαμος, έγγαμος με παιδιά, ευρισκόμενος σε διάσταση, κλπ.)

i) Λογαριασμοί ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ,   τηλέφωνο …………………………………………………………..

ii) Για τρόφιμα, ένδυση-υπόδηση κατ’ εκτίμηση ……………………………………………………..

iii)Για έξοδα στέγασης (π.χ. νοίκι ή στεγαστικό δάνειο, κοινόχρηστα)……………………………….

iv) Για ιατρικές δαπάνες ………………………………………………………………………………

v) Για φόρο εισοδήματος ……………………………………………………………………………..

vi) Για ασφαλιστικές εισφορές ……………………………………….………………………………

 

Δυνάμει τών ανωτέρω προκύπτει ότι δεν διαθέτω φοροδοτική ικανότητα ώστε να μπορώ να συνεισφέρω στα κοινά βάρη χωρίς να κινδυνεύσει κάποιο από τα απαραίτητα για την διαβίωσή μου στοιχεία όπως η στέγαση, η διατροφή ή η υγεία μου.

Επομένως, ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. (Ν. 4224/2013) συνιστά κατ’ ουσίαν μέσο δήμευσης, χωρίς αποζημίωση, τής ιδιωτικής ακίνητής περιουσίας, η οποία υλοποιείται με πράξεις όπως η προσβαλλόμενη, κατά παράβαση τών εγγυήσεων τής προστασίας τόσο τής ιδιοκτησίας όσο και τής στέγασης – κατοικίας και εν γένει τής αξιοπρεπούς διαβίωσης, που προβλέπονται από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Επομένως και για το λόγο αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη, με την παρούσα, πράξη.

Γ.- Επειδή από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου εκδόθηκε κατά παράβαση τής νομιμότητας και τού Συντάγματος, ήτοι εκδόθηκε δυνάμει αντισυνταγματικών διατάξεων και επομένως πρέπει για όλους τους ανωτέρω λόγους να ακυρωθεί.

Επειδή η παρούσα ενδικοφανής προσφυγή μου είναι εμπρόθεσμη, νόμιμη, βάσιμη και αληθής.

Επειδή σε σχέση με την υπό κρίση οφειλή μου ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2015 (Αρ. Χρημ. Καταλ. …./…..) ταυτότητα οφειλής …………………………………… σας δηλώνω πως για ό,τι καταβάλλω για την εν λόγω οφειλή επιφυλάσσομαι παντός νομίμου δικαιώματός μου και ιδιαίτερα να τα αναζητήσω εντόκως ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.

Επειδή με την παρούσα μου ορίζω ως αντίκλητό μου ………………………………………………..   …………………………………………………………………………………………………………. …………………………………………………………………………………………………………. ………………………………………………………………………………………………………….

(αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με τον αντίκλητο: όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση επικοινωνίας, τηλέφωνο, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου

 

Ζ Η Τ Ω

1) Να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή μου.

2) Να επανεξετασθεί και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη από …. Οκτωβρίου 2015 Δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων – Πράξη   Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου Ν. 4223/2013 (εκκαθαριστικό σημείωμα ΕΝ.Φ.Ι.Α.) τής Δ.Ο.Υ…………………, έτους 2015 με στοιχεία ……………………. (γράφουμε αριθμό δήλωσης, αριθμό ειδοποίησης, αριθμό χρηματικού καταλόγου και ποσό καταβολής), καθώς και κάθε άλλη πράξη ή παράλειψη συναφούς προς την εν λόγω πράξη, ώστε να απαλλαγώ από όλους τους κύριους και τους πρόσθετους φόρους που μού καταλογίστηκαν με αυτήν.

                                                      (….……..τόπος), …… Νοεμβρίου 2015.

                                                                    Ο ή Η Προσφεύγ……….

ΟΔΗΓΙΕΣ – ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

1) Το υπόδειγμα τής ενδικοφανούς προσφυγής θα πρέπει να προσαρμοστεί στην περίπτωση τού καθενός φορολογουμένου ξεχωριστά, ακολουθώντας και τις οδηγίες – διευκρινίσεις με κόκκινο χρώμα που βρίσκονται μέσα στο υπόδειγμα. Θα πρέπει να επιλεγούν εκείνοι οι λόγοι – παράγραφοι τής προσφυγής που αφορούν τον κάθε ένα χωριστά και οι υπόλοιποι που δεν τον αφορούν θα πρέπει να διαγραφούν – αφαιρεθούν. Οι λόγοι – παράγραφοι που είναι για όλους παραμένουν μαζί με τους λόγους που αφορούν την συγκεκριμένη περίπτωση τού κάθε φορολογουμένου. Επομένως ο κάθε φορολογούμενος επιλέγει όποιους από τους λόγους αφορούν την δική του περίπτωση. Το υπόδειγμα συμπληρώνεται όπου υπάρχουν τελείες με βάση τα στοιχεία του εκκαθαριστικού του κάθε φορολογούμενου ακολουθώντας τις διευκρινίσεις – οδηγίες συμπλήρωσης με κόκκινο χρώμα. Οι εν λόγω διευκρινίσεις – οδηγίες με κόκκινο χρώμα, θα πρέπει να διαγραφούν – σβηστούν πριν την κατάθεση τής προσφυγής. Ο τελευταίος λόγος τής προσφυγής («ΈΛΛΕΙΨΗ ΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ») μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά και ως αίτηση αναστολής καταβολής του ΕΝ.Φ.Ι.Α.

2) Η ενδικοφανής προσφυγή θα πρέπει να κατατεθεί από τον κάθε φορολογούμενο – υπόχρεο στην αρμόδια φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ.), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη τού ΕΝ.Φ.Ι.Α. ΕΝΤΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑ (30) ΗΜΕΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ, ΉΤΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΣΤΟ TAXIS (ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ). Η ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ Ο ΥΠΟΧΡΕΟΣ ΒΑΣΙΖΕΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΥΠΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ. Η προσφυγή και όλα τα συνυποβαλλόμενα έγγραφα υποβάλλονται ταυτόχρονα και με τις δύο μορφές (έγγραφη και ψηφιακή – ηλεκτρονική). Συγκεκριμένα:

Ο κάθε φορολογούμενος θα πρέπει πριν ξεκινήσει την διαδικασία κατάθεσης να έχει τα ακόλουθα έγγραφα – δικαιολογητικά:

α) Προσβαλλόμενη Πράξη ΕΝ.Φ.Ι.Α.

β) Υπεύθυνη δήλωση περί ορθότητας περιεχομένου τού ηλεκτρονικού φακέλου που θα προσκομίσει στη Δ.Ο.Υ.

γ) Αντίγραφο τής Ενδικοφανούς Προσφυγής άρ. 63 Ν. 4174/2013.

δ) Έγγραφα αποδεικτικά δαπανών διαβίωσης (λογαριασμοί, νοσήλια,   τραπεζικά έγγραφα, κλπ.) και γενικά όλα τα έγγραφα στα οποία βασίζει την προσφυγή του

Ειδικά το έγγραφο τη προσφυγής, πέρα από την ηλεκτρονική μορφή, το υποβάλλουμε και εγγράφωςεις διπλούν ώστε το ένα να το κρατήσει η Δ.Ο.Υ. και το άλλο να το πάρουμε πίσω σφραγισμένο με αριθμό πρωτοκόλλου. Ο φορολογούμενος υποβάλει ταυτόχρονα και ηλεκτρονικό φάκελο με όλα τα ως άνω έγγραφα (το κείμενο τής προσφυγής και όλα τα συνυποβαλλόμενα με αυτήν έγγραφα) σε μαγνητική μορφή ή σε οποιαδήποτε αναγνώσιμη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου(π.χ. με με CD, DVD, στικάκι usb), μαζί με υπεύθυνη δήλωση τού άρθρου 8 ν. 1599/1986, ότι αυτά αποτελούν το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν υποβληθεί. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λαμβάνουμε πάντα αποδεικτικό κατάθεσης, για όσα καταθέσαμε στην Δ.Ο.Υ.

3) Για να μπορέσει να καταφύγει κάποιος στα διοικητικά δικαστήρια με δικαστική προσφυγή, θα πρέπει οπωσδήποτε πρώτα να έχει καταθέσει την ενδικοφανή προσφυγή και είτε να τού έχει επιδοθεί απόρριψη είτε να έχουν παρέλθει άπρακτες 120 ημέρες από την ημέρα κατάθεσης τής ενδικοφανούς προσφυγής. Το πιθανότερο είναι να μην μας απαντήσουν, οπότε από την 121η ημέρα ξεκινά και η προθεσμία τών 30 ημερών για να καταφύγουμε στην διοικητική δικαιοσύνη με δικαστική προσφυγή, η οποία θα έχει το ίδιο περιεχόμενο με την ενδικοφανή προσφυγή με ελάχιστες μόνο απαραίτητες αλλαγές (θα αναρτηθεί σχετικό άρθρο με περισσότερες διευκρινήσεις σε λίγο καιρό).

4) Αναστολή καταβολής φόρου.

Μέχρι πρότινος η υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής ανέστελλε για όλες τις περιπτώσεις την καταβολή του μισού επιβληθέντος φόρου υπό τον όρο ότι θα καταβληθεί ο άλλος μισός. Για να επιτευχθεί αναστολή καταβολής όλου τού ποσού θα έπρεπε να υποβληθεί αίτηση αναστολής. Η μη καταβολή δε, του 50% του φόρου δεν αποτελούσε λόγο απαραδέκτου της ενδικοφανούς προσφυγής. Όμως το 2014 η σχετική διάταξη τροποποιήθηκε και προστέθηκε εδάφιο που ουσιαστικά καταργεί για πολλές περιπτώσεις τη δυνατότητα αυτή αναστολής καταβολής του μισού φόρου μόνο με την υποβολή τής ενδικοφανούς προσφυγής (χωρίς δηλαδή αίτηση αναστολής). Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 3 του Ν. 4174/2013 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 15α, της υποπαρ. Δ2 του άρθρου πρώτου Ν. 4254/2014 (Α’ 85/7.4.2014): «3. Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%).» «Η αναστολή, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, δεν ισχύει επί του άμεσου προσδιορισμού του φόρου, καθώς και επί πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου, που εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική του δήλωσηΩς εκ τούτου στις περιπτώσεις που εξαιρούνται, για αναστολή της καταβολής του φόρου θα πρέπει να κατατεθεί μαζί με την Ενδικοφανή Προσφυγή και Αίτηση Αναστολής για ολόκληρο το ποσό τού φόρου (εκτός και αν έχει ήδη καταβληθεί κάποιο ποσό, οπότε αυτό αφαιρείται) με βάση τον τελευταίο λόγο τής ενδικοφανούς προσφυγής (βλ. σχετικά στο Νο 1 των Οδηγιών – Διευκρινίσεων παραπάνω). 

Επιμέλεια: Ζωγραφία Κλούρα για το ΔΙΚΤΥΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ & ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

ΠΗΓΗhttp://diktiodelta.org

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s